Γράφει ο Ιωάννης Χαμπιλός, Δικηγόρος
Με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό που απασχόλησε τη δημοσιότητα ( 48χρονος στην Καισαριανή επιτέθηκε σε γυναίκες αστυνομικούς κατά την διενέργεια τροχονομικού ελέγχου), αναδεικνύεται εκ νέου με ένταση ένα διαχρονικό θεσμικό και δικονομικό ζήτημα της ελληνικής έννομης τάξης: το εύρος της δικονομικής προστασίας που απολαμβάνει ο αστυνομικός υπάλληλος όταν, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και εξαιτίας αυτής, βρίσκεται αντιμέτωπος με μηνύσεις ή καταγγελίες που ενεργοποιούν την αυτόφωρη διαδικασία.
Ο αστυνομικός καλείται καθημερινά να λάβει κρίσιμες αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου, υπό συνθήκες πίεσης και κινδύνου, προκειμένου να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια των πολιτών. Κατά την άσκηση αυτής της δημόσιας εξουσίας, η τριβή με τον ελεγχόμενο ή συλλαμβανόμενο πολίτη είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, όταν η άσκηση του νόμιμου καθήκοντος οδηγεί τον ίδιο τον αστυνομικό στο κρατητήριο μέσω της διαδικασίας του αυτοφώρου, εγείρεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσον το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο επαρκεί ή αν απαιτείται η επέκταση των δικονομικών εγγυήσεων κατ' αναλογίαν προς όσα ισχύουν για άλλους συλλειτουργούς της δικαιοσύνης, όπως οι δικηγόροι.
Ο κανόνας του άρθρου 275 ΚΠΔ και η εξαίρεση του άρθρου 19 του ν. 4058/2012
Αφετηρία της νομικής προσέγγισης αποτελεί το άρθρο 275 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης, προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης έχει το δικαίωμα, να συλλάβουν τον δράστη για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση δεν επιτρέπεται η σύλληψη, εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει τον δράστη.
Στην πράξη, η δυνατότητα άμεσης και προφορικής υποβολής έγκλησης αποτέλεσε επί σειρά ετών «όπλο» τακτικής στα χέρια προσώπων που ελέγχονταν ή συλλαμβάνονταν. Με την υποβολή αντίθετης έγκλησης σε βάρος του επιληφθέντος αστυνομικού, ο τελευταίος μετατρεπόταν ακαριαία από όργανο της τάξης σε κατηγορούμενο, υποκείμενο σε σύλληψη και κράτηση.
Για την αντιμετώπιση αυτής της παθογένειας, ο νομοθέτης θέσπισε το άρθρο 19 του ν. 4058/2012, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 51 του ν. 4280/2014. Η διάταξη αυτή ορίζει ρητά ότι για τα αδικήματα που διώκονται κατ' έγκληση και φέρεται ότι διαπράχθηκαν από αστυνομικό, λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο, καθώς και από τις προβλεπόμενες στη διάταξη κατηγορίες δασικών υπαλλήλων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 275 ΚΠΔ περί αυτόφωρης σύλληψης και των σχετικών άρθρων περί της διαδικασίας των αυτοφώρων.
Τα όρια και η ανεπάρκεια της υφιστάμενης ρύθμισης
Αν και το άρθρο 19 του ν. 4058/2012 αποτέλεσε ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την αποτροπή της καταχρηστικής αδρανοποίησης των αστυνομικών δυνάμεων, η γραμματική του διατύπωση αποκαλύπτει το βασικό του έλλειμμα: η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία περιορίζεται αποκλειστικά στα αδικήματα που διώκονται κατ' έγκληση.
Αυτό σημαίνει ότι για το σύνολο των πλημμελημάτων που διώκονται αυτεπαγγέλτως, το άρθρο 19 του ν. 4058/2012 δεν παρέχει καμία απολύτως δικονομική ασπίδα. Εάν, συνεπώς, κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης ή ελέγχου, καταγγελθεί ή αποδοθεί στον αστυνομικό η τέλεση αυτεπαγγέλτως διωκόμενου πλημμελήματος συνδεόμενου με την άσκηση των καθηκόντων του, ενεργοποιείται κανονικά η υποχρέωση σύλληψης του άρθρου 275 παρ. 1 ΚΠΔ.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό επιχειρησιακό και θεσμικό κενό. Τα αδικήματα τα οποία εκ της φύσεώς τους σχετίζονται με την άσκηση της αστυνομικής αρμοδιότητας διώκονται στην πλειονότητά τους αυτεπαγγέλτως. Έτσι, αρκεί ο ισχυρισμός ή η καταγγελία περί τέλεσης ενός αυτεπαγγέλτως διωκόμενου πλημμελήματος για να τεθεί εκτός μάχης ο αστυνομικός, να υποβληθεί στη βάσανο της σύλληψης και της κράτησης, και να αποδυναμωθεί η αστυνομική υπηρεσία την ώρα ακριβώς που εκτελεί το έργο της.
Η συγκριτική αντιπαραβολή με το δικονομικό πλαίσιο των δικηγόρων (άρθρο 39 ν. 4194/2013)
Η ανάγκη διεύρυνσης της προστασίας του αστυνομικού αναδεικνύεται εναργέστερα όταν εξετάσει κανείς το αντίστοιχο προστατευτικό πλέγμα που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης για τους δικηγόρους με το άρθρο 39 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 39 του ν. 4194/2013:
«Δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος, που συλλαμβάνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.»
Προτάσεις νομοθετικής βελτίωσης: Δικονομική προστασία χωρίς ατιμωρησία
Η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με ποινική ασυλία ή ατιμωρησία. Όπως ακριβώς ισχύει και για τους δικηγόρους βάσει του άρθρου 39 του ν. 4194/2013, η μη εφαρμογή του αυτοφώρου δεν εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης, τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο και την επιβολή των προβλεπόμενων ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων εφόσον διαπιστωθεί υπέρβαση καθήκοντος ή τέλεση αξιόποινης πράξης.
Εκείνο που αποτρέπεται με την κατάργηση του αυτοφώρου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας είναι η ταπεινωτική και επιχειρησιακά επιζήμια διαδικασία της άμεσης σύλληψης και κράτησης του αστυνομικού στο αστυνομικό τμήμα, πριν καν υπάρξει νηφάλια αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από τις εισαγγελικές και πειθαρχικές αρχές.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται επιβεβλημένη η νομοθετική αναμόρφωση του άρθρου 19 του ν. 4058/2012 προς την ακόλουθη κατεύθυνση:
www.bankingnews.gr
Ο αστυνομικός καλείται καθημερινά να λάβει κρίσιμες αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου, υπό συνθήκες πίεσης και κινδύνου, προκειμένου να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια των πολιτών. Κατά την άσκηση αυτής της δημόσιας εξουσίας, η τριβή με τον ελεγχόμενο ή συλλαμβανόμενο πολίτη είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, όταν η άσκηση του νόμιμου καθήκοντος οδηγεί τον ίδιο τον αστυνομικό στο κρατητήριο μέσω της διαδικασίας του αυτοφώρου, εγείρεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσον το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο επαρκεί ή αν απαιτείται η επέκταση των δικονομικών εγγυήσεων κατ' αναλογίαν προς όσα ισχύουν για άλλους συλλειτουργούς της δικαιοσύνης, όπως οι δικηγόροι.
Ο κανόνας του άρθρου 275 ΚΠΔ και η εξαίρεση του άρθρου 19 του ν. 4058/2012
Αφετηρία της νομικής προσέγγισης αποτελεί το άρθρο 275 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης, προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης έχει το δικαίωμα, να συλλάβουν τον δράστη για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση δεν επιτρέπεται η σύλληψη, εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει τον δράστη.
Στην πράξη, η δυνατότητα άμεσης και προφορικής υποβολής έγκλησης αποτέλεσε επί σειρά ετών «όπλο» τακτικής στα χέρια προσώπων που ελέγχονταν ή συλλαμβάνονταν. Με την υποβολή αντίθετης έγκλησης σε βάρος του επιληφθέντος αστυνομικού, ο τελευταίος μετατρεπόταν ακαριαία από όργανο της τάξης σε κατηγορούμενο, υποκείμενο σε σύλληψη και κράτηση.
Για την αντιμετώπιση αυτής της παθογένειας, ο νομοθέτης θέσπισε το άρθρο 19 του ν. 4058/2012, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 51 του ν. 4280/2014. Η διάταξη αυτή ορίζει ρητά ότι για τα αδικήματα που διώκονται κατ' έγκληση και φέρεται ότι διαπράχθηκαν από αστυνομικό, λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο, καθώς και από τις προβλεπόμενες στη διάταξη κατηγορίες δασικών υπαλλήλων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 275 ΚΠΔ περί αυτόφωρης σύλληψης και των σχετικών άρθρων περί της διαδικασίας των αυτοφώρων.
Τα όρια και η ανεπάρκεια της υφιστάμενης ρύθμισης
Αν και το άρθρο 19 του ν. 4058/2012 αποτέλεσε ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την αποτροπή της καταχρηστικής αδρανοποίησης των αστυνομικών δυνάμεων, η γραμματική του διατύπωση αποκαλύπτει το βασικό του έλλειμμα: η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία περιορίζεται αποκλειστικά στα αδικήματα που διώκονται κατ' έγκληση.
Αυτό σημαίνει ότι για το σύνολο των πλημμελημάτων που διώκονται αυτεπαγγέλτως, το άρθρο 19 του ν. 4058/2012 δεν παρέχει καμία απολύτως δικονομική ασπίδα. Εάν, συνεπώς, κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης ή ελέγχου, καταγγελθεί ή αποδοθεί στον αστυνομικό η τέλεση αυτεπαγγέλτως διωκόμενου πλημμελήματος συνδεόμενου με την άσκηση των καθηκόντων του, ενεργοποιείται κανονικά η υποχρέωση σύλληψης του άρθρου 275 παρ. 1 ΚΠΔ.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό επιχειρησιακό και θεσμικό κενό. Τα αδικήματα τα οποία εκ της φύσεώς τους σχετίζονται με την άσκηση της αστυνομικής αρμοδιότητας διώκονται στην πλειονότητά τους αυτεπαγγέλτως. Έτσι, αρκεί ο ισχυρισμός ή η καταγγελία περί τέλεσης ενός αυτεπαγγέλτως διωκόμενου πλημμελήματος για να τεθεί εκτός μάχης ο αστυνομικός, να υποβληθεί στη βάσανο της σύλληψης και της κράτησης, και να αποδυναμωθεί η αστυνομική υπηρεσία την ώρα ακριβώς που εκτελεί το έργο της.
Η συγκριτική αντιπαραβολή με το δικονομικό πλαίσιο των δικηγόρων (άρθρο 39 ν. 4194/2013)
Η ανάγκη διεύρυνσης της προστασίας του αστυνομικού αναδεικνύεται εναργέστερα όταν εξετάσει κανείς το αντίστοιχο προστατευτικό πλέγμα που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης για τους δικηγόρους με το άρθρο 39 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 39 του ν. 4194/2013:
«Δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος, που συλλαμβάνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.»
Προτάσεις νομοθετικής βελτίωσης: Δικονομική προστασία χωρίς ατιμωρησία
Η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με ποινική ασυλία ή ατιμωρησία. Όπως ακριβώς ισχύει και για τους δικηγόρους βάσει του άρθρου 39 του ν. 4194/2013, η μη εφαρμογή του αυτοφώρου δεν εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης, τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο και την επιβολή των προβλεπόμενων ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων εφόσον διαπιστωθεί υπέρβαση καθήκοντος ή τέλεση αξιόποινης πράξης.
Εκείνο που αποτρέπεται με την κατάργηση του αυτοφώρου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας είναι η ταπεινωτική και επιχειρησιακά επιζήμια διαδικασία της άμεσης σύλληψης και κράτησης του αστυνομικού στο αστυνομικό τμήμα, πριν καν υπάρξει νηφάλια αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από τις εισαγγελικές και πειθαρχικές αρχές.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται επιβεβλημένη η νομοθετική αναμόρφωση του άρθρου 19 του ν. 4058/2012 προς την ακόλουθη κατεύθυνση:
- Επέκταση της εξαίρεσης σε όλα τα πλημμελήματα υπηρεσίας: Η μη εφαρμογή του άρθρου 275 ΚΠΔ και της διαδικασίας των αυτοφώρων πρέπει να καταλαμβάνει όχι μόνο τα κατ' έγκληση, αλλά το σύνολο των πλημμελημάτων (συμπεριλαμβανομένων των αυτεπαγγέλτως διωκομένων) που φέρεται ότι διαπράχθηκαν από αστυνομικό, λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και εξαιτίας αυτών.
- Απαγόρευση κράτησης και άμεση προσαγωγή στον Εισαγγελέα: Κατ' αναλογίαν προς την παράγραφο 3 του άρθρου 39 του ν. 4194/2013, σε περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα τέλεσης πλημμελήματος από αστυνομικό κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, αυτός να μην κρατείται, αλλά είτε να σχηματίζεται δικογραφία κατά την τακτική διαδικασία είτε να οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών χωρίς προηγούμενη κράτηση.
- Διασφάλιση της συνέχισης της επιχειρησιακής δράσης: Όπως ο δικηγόρος δεν συλλαμβάνεται μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας (άρθρο 39 παρ. 4 περ. α΄ ν. 4194/2013), έτσι και ο αστυνομικός δεν πρέπει να απομακρύνεται βιαίως από το πεδίο της επιχείρησης εξαιτίας παρεμπίπτουσας καταγγελίας για πλημμέλημα, εκτός αν κριθεί τούτο αναγκαίο από τον εποπτεύοντα εισαγγελικό λειτουργό ή τον ανώτερο διοικητή του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών